KnottyStory

απλά για να υπάρχουν κάπου όσα σκέφτομαι

Φθηνές ιστορίες για λόγια ακριβά [S01E01]


Φθηνές Ιστορίες
Season 1 / Episode 1

Ξύπνησε από τον σπαστικό ήχο που χει βάλει για ξυπνητήρι εδώ και κάνα μήνα. Κάτι μεταξύ ρυθμικού μαντολίνου και χαλασμένης κόρνας. Με το κεφάλι ακόμα να βυθίζεται στο ορθοπεδικό σκληρό μαξιλάρι, άπλωσε το χέρι του προς το κομοδίνο να το αρπάξει το ρημάδι να πάει στα τσακίδια και αντί για το πολυτελές άχρηστο κινητό του,  βούτηξε την παλάμη στο γεμάτο γόπες μπλε τασάκι.

Μουρμούρισε μέσα από τα δόντια του κάτι για παναγίες και φελέκια και σηκώθηκε. Τίναξε το χέρι του σπασμωδικά, άρπαξε το κινήτο του  και σέρνοντας το δάχτυλο του στην οθόνη το απενεργοποίησε και το γέμισε στάχτες. «σκατομέρα» μουρμούρισε και ανασηκώθηκε.

Ακουμπισμένος στο κρεβάτι, χωρίς φανέλα, χωρίς χαμόγελο, βούτηξε το καπνό και άρχιζε να στρίβει με μανία το πρώτο τσιγάρο. Πρέπει να ηταν 07.30 πάνω κάτω… πρέπει να ταν Δευτέρα λογικά. Βασικά ήξερε πολύ καλά τον χρόνο γύρω του αλλά δεν τον ένοιαζε και τόσο. «Σκατά μέρα» είπε και τράβηξε την πρώτη τζούρα. Ακούστηκε ενοχλητικός ήχος μετάλου που τρίβεται σε μέταλλο και μπήκε φως στο δωμάτιο.

–          Δε σου χω πει γαμώ το στανιό μου να μην ανοίγεις τα πατζούρια, πρωινιάτικο. Γαμώ την καταδίκη μου εδώ μέσα.

–          Με νεύρα ξύπνησες Αρούλη! Αμά δε σ’αρέσει μωρό μου, να πας να μείνεις μόνος σου.

–          Χέσε μας ρε μάνα.

Τράβηξε μια δυνατή τζούρα και κατέβασε τα πόδια να ακουμπήσουν στην μπλε σκούρα παχιά  μοκέτα)

«Και κλείσε» , σχεδόν ούρλιαξε.

Η Μαριάνθη δε σάλεψε καν. Ακίνητη, σχεδόν ρομποτικά, συνέχιζε να ποτίζει τους βασιλικούς. Πρέπει να ‘ταν καμία δεκαριά στριμωγμένοι στη γωνιά του μπαλκονιού. Όχι από κείνα τα στενά τα μπαλκονάκια της Αθήνας. Βεράντα ευρύχωρη, ρετιρέ.

«Όταν το πήραμε αυτό το σπίτι με το πατέρα σου, ήταν από τα πιο ακριβά της περιοχής. Μη κοιτάς τώρα που πλακώσαν τα πακιστάνια και λερώθηκε ο τόπος», συνήθιζε να μονολογάει η Μαριάνθη, λες και την άκουγε κανείς.

Νέα γυναίκα η Μαριάνθη, σχεδόν 50, απάτητα που λένε, με ένα μαύρο κολάν και γκρι μπλούζα των –πολύ- 20 ευρώ και ένα τσιγάρο κατοστάρι πάντα κολλημένο στα χείλη να σιγοκαίει. Αν την έβλεπες φτιαγμένη, με τα ξανθά καρέ μαλλιά της και την τόσο αδύνατη σιλουέτα , ήταν μια 30άρα με πρόσωπο 50άρας. Τίποτα άλλο δεν την πρόδιδε. Το πρόσωπο και η φωνή. Βαριά και κουρασμένη, σα τη ζωή της ένα πράγμα.

Αποφάσισε να σηκωθεί ο Αρης, άρπαξε το τζην του, το καλό , χωρίς σκισίματα, έριξε μια γρήγορη ματιά στο καθρέφτη και πιάστηκε από τον μονόζυγο της πόρτας. Μία, δυο, τρεις έλξεις και έτρεξε στο μπάνιο.

“Αγόρι μου, να σου φτιάξω καφέ;” , ακούστηκε η Μαριάνθη, λίγο πιο γλυκιά από συνήθως.

–          Μμμοοοοχιιιιιιιιιιιι !

Μια μπερδεμένη άρνηση μέσα από τις σαπουνάδες, τους αφρούς και την οδοντόπαστα. Ο Αρης ήταν σύγχρονης εποχής, αυτό που λέμε μάλτιτασκ.

–          Ελα ρε αγόρι μου να κάτσεις λίγο να σε δω, που χω μέρες, να πουμε δύο κουβέντες!

Και κάνει μια κίνηση ματ η Μαριανθη και τον αρπάζει από τους ώμους και τον βουτάει αγκαλια. Σχεδόν πήδηξε για να τον φτάσει, με το ζόρι βλέπεις του φτάνε στο στήθος. Λίγο κοντή κ κυρά Μαριάνθη, λίγο πανύψηλο το αγόρι της. «58 πόντους βγήκε ο σκασμένος, με σκάσε μέχρι να βγει», έλεγε πάντα σε κάτι γιορτές οικογενειακές που ερχόταν η αδελφή της η Μαρία από το χωριό και διαπίστωνε «πόσο όμορφο αγόρι έχουμε εμείς, και ψηλός βρε παιδι μου, πολύ ψηλός»

–          Έλα μάνα σε πιασαν οι πουτανιες σου πρωί – πρωί. Έλα θα αργήσω πάλι. Θα χει κίνηση η γαμημένη η Κατεχακη. Άσε με.

–          Ελα να σου πω χρονια πολλα βρε μαλακισμενο. Και μίλα όμορφα στη μάνα σου. Να ζήσεις αγόρι μου. Να σαι χαιρόμαστε. Άντε και με μια καλή κοπέλα.

Και με μια λαβή σχεδόν καράτε τον έγειρε και του σκασε ένα φιλί στα χείλη πεταχτό.

–          Να ζήσεις αγόρι μου. Χρονια πολλά.

Από το βάθος της κουζίνας η αντρική ευχή, βαριά και μετρημένη. Ο κυρ-Τάκης ήταν άνθρωπος λιγομίλητος και σταράτος. Ένα έλεγε και δέκα εννοούσε.

–          Πάει πατέρα , γέρασαααααααα. Πάει . Σε ένα χρόνο θα με σταυρώσουνε και μένα σαν το άλλο, αλλά θα ναι γυναίκες οι Ιούδες.

–          Ο Χριστός μωρό μου στα 33 του αναστήθηκε κιόλας. Θα αναστηθείς και συ φέτος;

Ξεφώνισε με γέλια η Μαριάνθη και χάθηκε στην στροφή του τοίχου με φόρα για την κουζίνα και τους μέσα βασιλικούς. Τους εσωτερικούς.Εβαλε στα γρήγορα ένα πουκάμισο γκρι, έριξε την γραβατα γύρω από το λαιμό, το κινητό στην τσέπη και άνοιξε την πόρτα.

–          Περίμενε βρέχει Αρη. Παρε καμιά ομπρέλα.

–          Τι είπες μανάααααα; (με αντίλαλο από την πόρτα του ασανσέρ που ήδη κατέβαινε)

Ανοιξε την πόρτα της πυλωτής και έμεινε ακίνητος. Βρέχει! Η πρώτη βροχή του φθινοπώρου για σήμερα. Παει το καλοκαίρι δηλαδή, τέλος τα κοντομάνικα όπου ναναι. Καθισε για δύο λεπτα στο υπόστεγο, έβγαλε τον καπνό και άρχισε να στρίβει πάλι. Κοιτούσε επίμονα το αμάξι του, την κούκλα του , όπως έλεγε στα 2 μέτρα παρκαρισμένη. Σχεδόν ιεροτελεστικά, με αργές κινήσεις άναψε το τσιγάρο και βούρκωσε . Εβγαλε το κινητό από την τσέπη, σπασμωδικά τον κωδικό, σπασμωδικά χτυπηματα στην οθόνη της αφής, εισερχόμενα, Φάκελοι, Ελπίδα, πάνω πάνω…διάβασε στα γρήγορα ένα μήνυμα. Πάτησε δύο φορές το στην οθόνη και έφερε το κινητό στο αυτί του. Ακούστηκε σχεδόν σε όλη την Αθηνα ο κοφτός ήχος των χτυπημάτων. Τουυυυ, τουυυυυυυυ, τοοουυυυ….

–          Παρακαλώ;

Η φωνή της ακούστηκε αυστηρή, κάπως ξαφνιασμένη, κάπως απόμακρη.

– Βρέχει!

– Το ξέρω. Το νιώθω βασικά ήδη πάνω στα βρεγμενα μαλλιά μου.

– Μου χες πει να σε σκέφτομαι όταν βρέχει. Παντα.

–          …..

–          Δουλεύεις ;

–          Όπως όλος ο κόσμος !

–          Και γω.

–          Βρήκες δουλειά ; Μπραβο ! Καλή;

–          Που είσαι;

–          Μόλις μπήκα στο αμάξι. Εχει γίνει κάτι;

–          Σου είπα βρεχει.

–          Ναι. (ξεφυσάει δυνατά). Κοίτα και γω σε σκέφτηκα σήμερα. Και ….

–          Που εισαι;

–          Σου είπα. Στο αμάξι. Και ‘χω αργήσει…Αρη..ασ’το αφήσουμε …

–          Ναι  …Που, σε ποιο μέρος? Που ? Οδό δεν έχει; (με έντονο, θυμωμένο τόνο)

–          Κωνσταντινουπόλεως. Γιατί;

–          Σε μισή ώρα στο σπίτι του κουμπάρου μου. Λείπει, άνοιξε την καγκελόπορτα και πάρκαρε το μέσα. Παρε στην δουλεία και πες ότι είσαι άρρωστη , σήκωσες πυρετό. Ερχομαι να σε πάρω. Φεύγουμε.

–          Τι μαλακίες λες ρε αγορι μου; Έχω μητηνγκ σε δύο ώρες.

………… του ρου τουυυυυυυτ. Η γραμμή είχε κλείσει. Η Ελπίδα έκοψε το τιμόνι αριστερά και πήρε σβάρνα ένα πορτοκαλί κώνο παρκάροντας άτσαλα μπροστά από το περίπτερο. Ή μπλε ταμπέλα στη γωνιά του δρόμου έγραφε Αλίμου. Έπιασε με τα δύο χέρια το κεφάλι της και έγειρε όλη μπροστά στο τιμόνι. Κάθισε έτσι κάνα δύο λεπτά, ανασηκώθηκε και πάτησε τις πρόσφατες κλήσεις στο κινητό της. Ξερόβηξε κανα δύο φορές και έκλεισε τα παράθυρα στο αμάξι.

–          Καλημέρα κ. Παπαδόπουλε. Συγνώμη που ενοχλώ, αλλά δεν είμαι πολύ καλά . Δεν θα έρθω σήμερα. ..Οχι δε νομιζω, κατι δέκατα είναι και νιώθω να πονάω παντού. Ναι το ξέρω, αλλά και να ρθω δε θα μπορώ να κάνω και πολλά. Ας το αναβάλουμε ναι. Ευχαριστώ

…..δυστυχώς συνεχίζεται….
Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s